αφύσικος

(προωθήθηκε από αφύσικη)
Μεταφράσεις

αφύσικος

(a'fisikos) αρσενικό

αφύσικη

(a'fisici) θηλυκό

αφύσικο

unnatural, uncanny, abnormalغَيْرُ طَبِيعِيّ, غير طبيعيabnormálníunormalabnormalanormalepänormaalianormalabnormalananomalo異常な비정상적인abnormaalunormalnienormalnyanormalпатологическийonormalผิดปรกติanormalkhông bình thường异常 (a'fisiko) ουδέτερο
επίθετο
1. μακριά από την φύση αφύσικη ζωή
2. παράξενος, περίεργος αφύσικο σχήμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close