| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.098.642 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αχρηστεύω |
0,09 sec. |
|
αχρηστεύω disable, scrap يتشاجر vyřadit skrotte verschrotten desguazar heittää roskiin jeter svađati se demolire 廃棄する 폐물로 만들다 ruziën skrote przeznaczyć na złom brigar выбрасывать gräla ต่อสู้ atmak thải ra 废弃 ρ μετβ αχρηστεύω [axri'stevo] χαλάω userabîmer αχρηστεύω την τηλεόραση mettre la télévision hors d'usage ρ μεσοπαθ αχρηστεύομαι [axri'stevome] §§§§être mis hors service Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|