αχτύπητος

(προωθήθηκε από αχτύπητο)
Μεταφράσεις

αχτύπητος

(a'xtipitos) αρσενικό

αχτύπητη

(a'xtipiti) θηλυκό

αχτύπητο

(a'xtipito) ουδέτερο
επίθετο
που δεν τον νικάει κανείς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close