Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.500.590 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αχυρένιος

0,03 sec.
αχυρένιος straw, thatched
αχυρένιος مسقوف بالقش
αχυρένιος doškový
αχυρένιος stråtækt
αχυρένιος strohgedeckt
αχυρένιος con el tejado de paja
αχυρένιος olkikattoinen
αχυρένιος de chaume
αχυρένιος s krovom od trske
αχυρένιος di paglia
αχυρένιος 萱葺き屋根の
αχυρένιος 초가 지붕의
αχυρένιος met dakbedekking
αχυρένιος tekket
αχυρένιος kryty strzechą
αχυρένιος feito de colmo, feito de sapê
αχυρένιος крытый соломой
αχυρένιος med halmtak
αχυρένιος ที่มุงด้วยจาก
αχυρένιος saz ve saman çatılı
αχυρένιος có mái tranh
αχυρένιος 茅草屋顶的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.