αχόρταγος

(προωθήθηκε από αχόρταγο)
Μεταφράσεις

αχόρταγος

(a'xortaɣos) αρσενικό

αχόρταγη

(a'xortaʝi) θηλυκό

αχόρταγο

voracious (a'xortaɣo) ουδέτερο
επίθετο
1. που πεινάει συνεχώς Αυτό το παιδί είναι αχόρταγο.
2. μεταφορικά ανικανοποίητος αχόρταγο βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close