αόριστος


Αναζητήσεις σχετικές με αόριστος: παρακείμενος, παρατατικός, υπερσυντέλικος
Μεταφράσεις

αόριστος

(a'oristos) αρσενικό

αόριστη

(a'oristi) θηλυκό

αόριστο

aorist, past, past tense, perfective aspect, simple past (a'oristo) ουδέτερο
επίθετο
1. ασαφής μία αόριστη υπόσχεση ένα αόριστο συναίσθημα
2. που δεν έχει προσδιοριστεί σύμβαση αόριστου χρόνου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close