| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.089.921 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αόριστος |
0,01 sec. |
|
αόριστος aorist, past, past tense, perfective aspect, simple past επίθ α / θ / ουδ αόριστος, αόριστη, αόριστο [a'oristos, a'oristi, a'oristo] 2 που δεν έχει προσδιοριστεί indéterminé/-ée σύμβαση αόριστου χρόνου un contrat à durée indéterminée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|