| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.386.031 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αύξηση |
0,02 sec. |
|
αύξηση increase, raise, augmentation, rise, upswing زيادة zvýšení forøgelse Erhöhung aumento lisäys augmentation rast aumento 増加 증가 verhoging økning wzrost aumento увеличение ökning การเพิ่มขึ้น artış sự tăng lên 增长 ουσ θ αύξηση ['afksisi] 1 άνοδος augmentation; hausse παίρνω αύξηση avoir une augmentation η αύξηση της θερμοκρασίας la hausse de la température απότομη αύξηση une augmentation/une hausse brusque 2 μεγάλωμα agrandissement η αύξηση του πληθυσμού l'accroissement de la population Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|