| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.146.786 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αύξηση |
0,01 sec. |
|
|
αύξηση increase, raise, augmentation, rise, upswing زيادة zvýšení forøgelse Erhöhung aumento, aumentar lisäys augmentation rast aumento 増加 증가 verhoging økning wzrost aumento увеличение ökning การเพิ่มขึ้น artış sự tăng lên 增长, 增加 增加
ουσ θ αύξηση ['afksisi] 1 άνοδος augmentation; hausse παίρνω αύξηση avoir une augmentation η αύξηση της θερμοκρασίας la hausse de la température απότομη αύξηση une augmentation/une hausse brusque 2 μεγάλωμα agrandissement η αύξηση του πληθυσμού l'accroissement de la population Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|