βάζω

Μεταφράσεις

βάζω

put, set, apply, insert, pour, storemettreيَضَعpoložitsættelegenponerasettaastavitimettere置く놓다zettenleggepołożyćpôr, colocarставитьläggaวางkoymakđểלשים ('vazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τοποθετώ βάζω κτ (μέσα) στην τσάντα βάζω κτ (πάνω) στο τραπέζι βάζω τη σούπα στη φωτιά βάζω (μέσα) σε φάκελο βάζω το κλειδί στην κλειδαριά
πετυχαίνω γκολ
φυλάω
τον συνετίζω
αποστομώνω
2. φοράω βάζω τα παπούτσια μου
ντύνομαι επίσημα
3. προσθέτω, ρίχνω βάζω αλάτι βάζω νερό στο ποτήρι
4. αναθέτω κτ σε κπ βάζω κπ να καθαρίσει τα τζάμια
5. (για συσκευή) κάνω να λειτουργήσει βάζω πλυντήριο βάζω τηλεόραση
κάνω κτ να λειτουργήσει
κάνω κτ να ξεκινήσει
6. τοποθετώ εγκατάσταση βάζω τηλέφωνο
7. εκθέτω βάζω σε κίνδυνο τη ζωή κάποιου βάζω κπ σε ανησυχία
8. τιμωρώ κπ
γελάω κλαίω
φωνάζω
τακτοποιώ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close