| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.171.750 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βάζω |
0,01 sec. |
|
βάζω put, set, apply, insert, pour, store mettre يَضع položit sætte legen poner asettaa staviti mettere 置く 놓다 zetten legge położyć pôr ставить lägga วาง koymak để 放 ρ μετβ βάζω ['vazo] 2 φοράω mettre βάζω τα παπούτσια μου mettre ses chaussures 4 (για συσκευή) κάνω να λειτουργήσει faire fonctionnerallumer βάζω πλυντήριο faire fonctionner/mettre en marche la machine à laver βάζω τηλεόραση allumer la télévision βάζω κτ στην άκρη φυλάω avoir βάζω τα καλά μου ντύνομαι επίσημα s'endimancher βάζω μπρος (μια μηχανή) κάνω κτ να λειτουργήσει mettre en œuvre βάζω μπρος ένα σχέδιο κάνω κτ να ξεκινήσει mettre en application un plan βάζω κπ τιμωρία τιμωρώ κπ punir βάζω τα γέλια/τα κλάματα γελάωκλαίω se mettre à rire/à pleurer βάζω τις φωνές φωνάζω appeler Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|