Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.937.495 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βάθος

0,03 sec.
βάθος deepness, depth, intension compréhension, profondeur diepte عمق hloubka dybde Tiefe profundidad syvyys dubina profondità 深さ 깊이 dybde głębokość profundidade глубина djup ความลึก derinlik chiều sâu 深度
ουσ ουδ βάθος ['vaθos]
1 κατακόρυφη απόσταση profondeur
λίμνη με μεγάλο βάθος un lac d’une grande profondeur
σκάβω σε βάθος creuser en profondeur
δρω σε βάθος agir en profondeur
2 το πιο απόμακρο σημείο fond
στο βάθος του διαδρόμου au fond du couloir
στα βάθη των αιώνων
πολύ παλιά dans la profondeur des sièclesdepuis la nuit des temps
σε βάθος
ουσιαστικά à fond
μελετάω κτ σε βάθος étudier qqch à fond
κατά βάθος
στην πραγματικότητα au fond
Κατά βάθος δεν έχει άδικο. Au fond il n'a pas tort.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.