| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.937.495 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βάθος |
0,03 sec. |
|
βάθος deepness, depth, intension compréhension, profondeur diepte عمق hloubka dybde Tiefe profundidad syvyys dubina profondità 深さ 깊이 dybde głębokość profundidade глубина djup ความลึก derinlik chiều sâu 深度 ουσ ουδ βάθος ['vaθos] 1 κατακόρυφη απόσταση profondeur λίμνη με μεγάλο βάθος un lac d’une grande profondeur σκάβω σε βάθος creuser en profondeur δρω σε βάθος agir en profondeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|