| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.161.081 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βάναυσος |
0,02 sec. |
|
βάναυσος vulgar, abusive مؤذي جسديا hrubý brutal beleidigend insultante loukkaava injurieux pogrdan abusivo 人を罵倒する 욕설을 퍼붓는 grof uforskammet obelżywy abusivo оскорбительный smädlig ซึ่งเป็นอันตราย hakaretamiz lạm dụng 侵犯性的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|