| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.168.752 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βάση |
0,01 sec. |
|
|
βάση base, basis, rest base, fondement kaide, anafikir أساس, قاعدة dno, základ base, grundlag Basis, Grundlage base perusta baza, osnova base 土台, 基礎 토대 basis basis, grunnlag podstawa base базис, основа bas พื้นฐาน ฐานทัพ, รากฐาน cơ sở, nền tảng 基础 основа 基礎 בסיס
ουσ θ βάση ['vasi] 1 στήριγμα base η βάση μιας κατασκευής la base d'une construction 2 χώρος συγκέντρωσης base στρατιωτική βάση une base militaire βάσει/με βάση έχοντας ως δεδομένο d'après/selon/conformément Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|