| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.354.979 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βέβαιος |
0,01 sec. |
|
βέβαιος certain, sure متأكد jistý sikker sicher seguro varma sûr siguran sicuro 確信して 확실한 zeker sikker pewny certo уверенный säker ไม่ต้องสงสัย emin chắc chắn 确定的 επίθ α / θ / ουδ βέβαιος, βέβαιη, βέβαιο ['veveos, 'vevei, 'veveo] σίγουρος garanti/-ieτο βέβαιο είναι ότι είναι σίγουρο πως il est un fait que επίρρ βέβαια, βεβαίως ['vevea, ve'veos] σίγουρα certainementbien sûrcertes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|