| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.886.553 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βήμα |
0,02 sec. |
|
βήμα podium, step, pace, stride, tread pas, allure خطوة, سرعة السير krok hastighed, trin Schritt paso askel korak, tempo passo, ritmo 歩み, 歩調 걸음, 보조 pas, stap skritt, trinn krok, tempo passo, ritmo шаг steg, tempo ก้าว, ก้าวเดิน adım bước, bước chân 步, 步骤 ουσ ουδ βήμα ['vima] κίνηση στο περπάτημα pas προχωράωκάνω πίσω ένα βήμα avancer/reculer d'un pas προχωράω με μεγάλα βήματα marcher à grands pas κάνω τα πρώτα μου βήματα faire ses premiers pas κάνω το πρώτο βήμα παίρνω πρωτοβουλία faire le premier pas ακολουθώ τα βήματα κάποιου ακολουθώ το παράδειγμα του marcher sur les traces de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|