| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.421.291 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βίαιος |
0,02 sec. |
|
βίαιος violent, heated violent عنيف násilný voldelig gewalttätig violento väkivaltainen nasilan violento 暴力的な 난폭한 gewelddadig voldelig gwałtowny violento сильный våldsam ที่มีสาเหตุมาจากความรุนแรง şiddet uygulayan hung tợn 猛烈的 επίθ α / θ / ουδ βίαιος, βίαιη, βίαιο ['vieos, 'viei, 'vieo] που χαρακτηρίζεται από βία violent/-ente βίαιη συμπεριφορά un comportement violent επίρρ βίαια ['viea] με βία violemment αντιδράω βίαια εναντίον κάποιου réagir violemment (contre qqn) Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|