βαδίζω

Μεταφράσεις

βαδίζω

march, walk, step, treadيَدوسُ, يَسِيِرُpochodovat, šlápnoutmarchere, trædemarschieren, tretenmarchar, pisarastua, marssiadéfiler, piétinergaziti, marširaticamminare, marciare行進する, 踏む밟다, 행진하다marcheren, tredenmarsjere, tråkkekroczyć, pomaszerowaćmarchar, pisar, Marçoмаршировать, ступатьmarschera, trampaเดิน, เหยียบbasmak, uygun adım yürümekdiễu hành, giẫm lên前进, 踩踏Март (va΄ðizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βηματίζω, περπατάω βαδίζει αργάγρήγορα
2. μεταφορικά κατευθύνομαι (προς) βαδίζω προς την καταστροφή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close