| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.374.012 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βαδίζω |
0,01 sec. |
|
|
βαδίζω walk, march, tread يَدوس, يَسيِر pochodovat, šlápnout do marchere, træde marschieren, treten marchar, pisar astua, marssia défiler, piétiner marširati, stupati camminare, marciare 行進する, 踏む 밟다, 행진하다 marcheren, treden marsjere, tråkke kroczyć, pomaszerować marchar, pisar, Março маршировать, ступать marschera, trampa เดิน, เหยียบ basmak, uygun adım yürümek diễu hành, giẫm lên 前进, 踩踏 Март
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|