βαθαίνω

Μεταφράσεις

βαθαίνω

(́va'θeno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αποκτώ μεγαλύτερο βάθος Το νερό βαθαίνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close