| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.314.640 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βαθιά |
0,02 sec. |
|
βαθιά deeply, profoundly بعمق hluboce dybt tief profundamente syvästi profondément duboko profondamente 深く 깊게 diep dypt głęboko profundamente глубоко djupt อย่างลึกมาก derinden một cách sâu sắc 深刻地 επίρρ βαθιά [va'θja] 1 σε μεγάλο βάθος profondément μπήγω βαθιά ένα μαχαίρι planter profondément un couteau 2 έντονα, σε μεγάλο βαθμό profondément κοιμάμαι βαθιά dormir profondément είμαι βαθιά απογοητευμένος être profondément déçu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|