| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.375.713 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βαθιά |
0,01 sec. |
|
|
βαθιά deeply, profoundly بعمق hluboce dybt tief profundamente, profundo syvästi profondément duboko profondamente 深く 깊게 diep dypt głęboko profundamente глубоко djupt อย่างลึกมาก derinden một cách sâu sắc 深刻地 עמוק
επίρρ βαθιά [va'θja] 1 σε μεγάλο βάθος profondément μπήγω βαθιά ένα μαχαίρι planter profondément un couteau 2 έντονα, σε μεγάλο βαθμό profondément κοιμάμαι βαθιά dormir profondément είμαι βαθιά απογοητευμένος être profondément déçu Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|