| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.373.599 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βαθμιαίος |
0,01 sec. |
|
βαθμιαίος gradual επίθ α / θ / ουδ βαθμιαίος, βαθμιαία, βαθμιαίο [vaθmi'eos, vaθmi'ea, vaθmi'eo] σταδιακός progressif/-ivegraduel/-elle βαθμιαία βελτίωση του καιρού une amélioration progressive du temps επίρρ βαθμιαία [vaθmi'ea] σταδιακά petit à petit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|