| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.923.200 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βαθουλώνω |
0,01 sec. |
|
βαθουλώνω dent βαθουλώνω يَنْبَعِج βαθουλώνω promáčknout βαθουλώνω bule βαθουλώνω einbeulen βαθουλώνω abollar βαθουλώνω kolhia βαθουλώνω cabosser βαθουλώνω udubiti βαθουλώνω ammaccare βαθουλώνω へこむ βαθουλώνω 움푹 들어가게 하다 βαθουλώνω deuken βαθουλώνω bulke βαθουλώνω wygiąć βαθουλώνω делать вмятину βαθουλώνω buckla βαθουλώνω ทำให้เป็นรอยบุ๋ม βαθουλώνω göçürmek βαθουλώνω làm lõm βαθουλώνω 削弱 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|