| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.708.478 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βαθύς |
0,02 sec. |
|
βαθύς tief deep, fast, profound profond diep عميق hluboký dyb profundo syvä dubok profondo 深い 깊은 dyp głęboki profundo глубокий djup ลึก derin sâu 深的 επίθ α / θ / ουδ βαθύς, βαθιά, βαθύ [́va'θis, va'θis, va'θi] 1 που έχει μεγάλο βάθος profond/-onde 2 που έχει κοιλότητα creux, creuse βαθύ πιάτο une assiette creuse 3 μεγάλος, έντονος profondapprofondi/-ie κάνω βαθιά υπόκλιση faire une inclination profonde παίρνω βαθιά εισπνοή prendre une inspiration profonde 4 κατάσταση με διάρκεια και ένταση profond βαθιά λύπηθλίψη une tristesse profonde/un profond chagrin βαθύς ύπνος engourdissement 5 ουσιαστικός profondapprofondi/-ie βαθιά γνώση sagesse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|