| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.400.638 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βανδαλισμός |
0,01 sec. |
|
|
βανδαλισμός vandalism vandalisme vandalismo تخريب متعمد للمتلكات العامة vandalismus vandalisme Vandalismus vandalismo vandalismi vandalizam vandalismo 破壊行為 공공시설 파괴 행위 vandalisme vandalisme wandalizm вандализм vandalism การทำลายทรัพย์สิน vandalizm hành động cố ý phá hoại 破坏公物行为 вандализъм ונדליזם
ουσ α βανδαλισμός [vanðali'zmos] σκόπιμη καταστροφή vandalisme Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|