| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.411.418 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βαράω |
0,03 sec. |
|
|
βαράω يَقْرَع udeřit banke stoßen knock dar un golpe, darse un golpe koputtaa frapper kucati bussare たたく 두드리다 kloppen banke zapukać bater стучать knacka เคาะ kapıyı çalmak đập 敲打
ρμετβ οικ βαράω, βαρώ [va'rao, va'ro] ρ αμετβ βαράω προκαλώ ζάλη taper Ο ήλιος βαράει. Le soleil tape. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|