Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.591.254 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βαρυσήμαντος

0,02 sec.
βαρυσήμαντος momentous, significant
βαρυσήμαντος هام, هام جداً
βαρυσήμαντος důležitý, významný
βαρυσήμαντος afgørende, vigtig
βαρυσήμαντος bedeutsam
βαρυσήμαντος significativo, trascendental
βαρυσήμαντος merkittävä
βαρυσήμαντος capital, significatif
βαρυσήμαντος značajan
βαρυσήμαντος molto importante, significativo
βαρυσήμαντος きわめて重大な, 重要な
βαρυσήμαντος 중대한, 중요한
βαρυσήμαντος aanzienlijk, gewichtig
βαρυσήμαντος av stor betydning, viktig
βαρυσήμαντος doniosły, znaczący
βαρυσήμαντος importantíssimo, significante
βαρυσήμαντος значительный
βαρυσήμαντος betydelsefull, mycket viktig
βαρυσήμαντος ซึ่งมีความสำคัญมาก, ซึ่งสำคัญ
βαρυσήμαντος çok önemli, önemli
βαρυσήμαντος quan trọng, rất quan trọng
βαρυσήμαντος 有意义的, 重大的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.