| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.458.792 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βαρύς |
0,02 sec. |
|
βαρύς heavy, onerous lourd ثقيل těžký tung schwer pesado painava težak pesante 重い 무거운 zwaar tung ciężki pesado тяжелый tung หนัก ağır nặng 笨重地 επίθ α / θ / ουδ βαρύς, βαριά, βαρύ [va'ris, var'ja, va'ri] 4 φορτωμένος chargé/-ée βαριά διακόσμηση une décoration chargée 6 με σοβαρές επιπτώσεις grave βαριά καθήκοντα des lourdes responsabilités έχω βαρύ χέρι χτυπάω δυνατά frapper Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|