| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.384.582 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βασίζομαι σε |
0,03 sec. |
|
βασίζομαι σε يَستنِد على, يعتمد على, يُعَوِل على βασίζομαι σε počítat s někým/něčím, spolehnout (se) na, učinit nátlak βασίζομαι σε sætte sin lid til, stole på, støtte sig til βασίζομαι σε verlassen (sich), zählen auf βασίζομαι σε confiar en, contar con, presionar βασίζομαι σε luottaa johonkin, painostaa βασίζομαι σε compter sur, s’appuyer βασίζομαι σε nasloniti na, pouzdati se, računati na βασίζομαι σε appoggiarsi a, fare affidamento βασίζομαι σε ・・・に頼る, あてにする, おどす βασίζομαι σε 믿다, 압력을 가하다, 의지하다 βασίζομαι σε rekenen op, vertrouwen op βασίζομαι σε lite på, regne med, støtte (seg) på βασίζομαι σε liczyć na, oprzeć się, polegać na βασίζομαι σε confiar em, contar com, encostar-se βασίζομαι σε надеяться на, опираться на, рассчитывать на βασίζομαι σε lita på, räkna med, stödja (sig) på βασίζομαι σε ขึ้นอยู่กับ, พึ่งพา, พึ่งพาได้ βασίζομαι σε baskı yapmak, güvenmek βασίζομαι σε dựa vào, trông cậy Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|