| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.434.426 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βασανίζω |
0,03 sec. |
|
|
βασανίζω torment, torture, afflict tourmenter, tyranniser, torturer chinui يُعَذِب mučit torturere foltern torturar kiduttaa mučiti torturare 拷問にかける 고문하다 martelen torturere torturować torturar пытать tortera ทรมาณ işkence etmek tra tấn 刑讯逼供
ρ μετβ βασανίζω [́vasa'nizo] κάνω κπ να υποφέρει, σωματικά ή ψυχικά torturermartyriser ρ μεσοπαθ βασανίζομαι [vasa'nizome] υποφέρω, σωματικά ή ψυχικά se torturerse tourmenter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|