Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.354.596 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βασικός

0,04 sec.
βασικός basic, key, staple, underlying أساسي základní enkel grundlegend básico perus- basique osnovan basilare 基本的な 기초의 basis- grunnleggende podstawowy básico основной enkel พื้นฐาน ธรรมดา temel căn bản 基本的
επίθ α / θ / ουδ βασικός, βασική, βασικό [vasi'kos, vasi'ci, vasi'ko]
κύριος, σημαντικός fondamental/-alede base
βασικό επιχείρημα un argument fondamental
βασικό στοιχείο un élément de base
επίρρ βασικά [vasi'ka]
1 κυρίως, κατά κύριο λόγο principalementavant tout
Ασχολούμαι βασικά με το σπίτι. Je m'occupe principalement de la maison.
2 στην πραγματικότητα au fond
Βασικά, έχεις δίκιο. En fait, tu as raison.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.