| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.403.480 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βγάζω |
0,01 sec. |
|
βγάζω enlever, sortir, emporter entnehmen, wegnehmen elicit, release, take away ينقل odebrat fjerne llevarse viedä oduzeti portare via 運び去る 제거하다 weghalen fjerne zabrać levar отнимать ta bort เอาออกไป çıkarmak mang đi 拿走 ρ μετβ βγάζω ['vɣazo] 3 αφαιρώ priver βγάζω τα ρούχα μου se dévêtir 7 καταλαβαίνω connaître βγάζω τα γράμματα κάποιου déchiffrer l'écriture de qqn 11 κερδίζω emporter βγάζω λεφτά gagner de l'argent τα βγάζω όλα γδύνομαι se mettre nuse déshabiller τα βγάζω πέρα τα καταφέρνω réussir μου φτάνουν αυτά που κερδίζω joindre les deux bouts Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|