Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.895.468.641 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βγάζω δόντια

0,01 sec.
βγάζω δόντια تنبت أسنانه
βγάζω δόντια prořezávat (se)
βγάζω δόντια få tænder
βγάζω δόντια zahnen
βγάζω δόντια teethe
βγάζω δόντια echar los dientes, salir los dientes
βγάζω δόντια saada hampaita
βγάζω δόντια faire ses dents
βγάζω δόντια patiti od rasta zubi
βγάζω δόντια mettere i denti
βγάζω δόντια 歯が生える
βγάζω δόντια 젖니가 나다
βγάζω δόντια tandjes krijgen
βγάζω δόντια få tenner
βγάζω δόντια ząbkować
βγάζω δόντια endentecer, nascer dentes
βγάζω δόντια få tänder
βγάζω δόντια ฟันน้ำนมขึ้น
βγάζω δόντια diş çıkarmak
βγάζω δόντια mọc răng
βγάζω δόντια 儿童出牙齿


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.