| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.763.267.977 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βγαίνω |
0,04 sec. |
|
βγαίνω exit, get out, go out sortir يَخرُج, يُغادِر المكان jít ven, uniknout forlade, gå ud ausgehen, herauskommen salir lähteä, mennä ulos izaći, izvaditi uscire 外出する, 逃げる 떠나다, 외출하다 uitgaan, uitlekken gå ut, stikke (av) wyjść sair выходить gå ut, ta sig ur ออกไป çıkmak, dışarı çıkmak đi chơi, đi ra 出去, 熄灭 ρ αμετβ βγαίνω ['vʝeno] 8 αποδεικνύομαι se révéler βγαίνω αληθινός se révéler juste βγαίνω από τη μέση με διώχνουν s'écarter/disparaître Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|