| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.470.166 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βεβαιώνω |
0,01 sec. |
|
|
βεβαιώνω assert, affirm, assure certificar certificeren certifico 证明 證明 Potvrzuji
ρ μετβ βεβαιώνω [veve'ono] 1 δίνω σιγουριά assurer Σας βεβαιώνω, όλα πάνε καλά. Je vous assure, tout va bien. ρ μεσοπαθ βεβαιώνομαι [veve'onome] σιγουρεύομαι s'assurer Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|