| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.235.611 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βεντούζα |
0,03 sec. |
|
βεντούζα sucker ουσ θ βεντούζα [ve'nduza] επιφάνεια από καουτσούκ που κολλάει σε άλλη επιφάνεια ventouseκολλάω σα βεντούζα γίνομαι φορτικός σε κπ être pot de colle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|