| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.347.996 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βερίκοκο |
0,02 sec. |
|
βερίκοκο Aprikose, Marille apricot apricot, abricot caisă абрикос مشمش meruňka abrikos albaricoque aprikoosi marelica albicocca アプリコット 살구 abrikoos aprikos morela damasco aprikos ลูกแอปริคอท kayısı quả mơ 杏子 ουσ ουδ βερίκοκο [ve'rikoko] o καρπός της βερικοκιάς abricot βερικοκιά [veriko'ca] oπωροφόρο δέντρο abricotier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|