| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.774.576 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βερνίκι |
0,02 sec. |
|
βερνίκι dye, polish, varnish مادة تلميع, ورنيش glazura, leštidlo lak, pudsecreme Lack, Politur barniz, betún lakka, vaha cirage, vernis lak, sredstvo za laštanje polacco, vernice つや出し剤, ニス 광택제, 니스 poetsmiddel, vernis lakk, polering lakier, połysk polimento, verniz глянец, лак fernissa, putsmedel การขัดให้ขึ้นเงา, น้ำมันชักเงา cila chất đánh bóng, véc-ni 清漆, 磨光 ουσ ουδ βερνίκι [ver'nici] βαφή που γυαλίζει vernis βερνίκι νυχιών du vernis à ongles βερνίκι παπουτσιών du cirage pour chaussures Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|