Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.244.973 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βηματοδότης

0,01 sec.
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης منظم الخطوات
βηματοδότης kardiostimulátor
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης Schrittmacher
βηματοδότης marcapasos
βηματοδότης sydämentahdistin
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης stimulator srca
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης ペースメーカー
βηματοδότης 맥박 조정기
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης rozrusznik
βηματοδότης marca-passo, pacemaker
βηματοδότης ритмоводитель
βηματοδότης pacemaker
βηματοδότης อุปกรณ์ไฟฟ้าที่ช่วยให้อัตราการเต้นของหัวใจสม่ำเสมอ
βηματοδότης kalp pili
βηματοδότης máy điều hoà nhịp tim
βηματοδότης 心脏起搏器


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.