| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.798.023 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βιάζομαι |
0,03 sec. |
|
βιάζομαι apresurarse, tener prisa, darse prisa βιάζομαι avoir hâte, être pressé, être violé, se grouiller, se hâter, se dépêcher, se précipiter βιάζομαι يُرسِل بسرعة بالغة, يُسْرِع βιάζομαι spěchat βιάζομαι skynde (sig), styrte af sted βιάζομαι eilen βιάζομαι kiirehtiä, kiiruhtaa βιάζομαι žuriti βιάζομαι affrettarsi, precipitarsi βιάζομαι 急ぐ βιάζομαι 서두르다 βιάζομαι haasten βιάζομαι haste βιάζομαι pognać, pośpieszyć się βιάζομαι apressar βιάζομαι спешить βιάζομαι skynda (sig) βιάζομαι เคลื่อนหรือทำอย่างเร่งรีบ, เร่งรีบ βιάζομαι acele etmek, telaş etmek βιάζομαι thúc giục, vội vã Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|