| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.721.586 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βιάζω |
0,02 sec. |
|
βιάζω يغتصب znásilnit voldtage vergewaltigen canola, rape violar raiskata violer silovati stuprare レイプする 강간하다 verkrachten voldta zgwałcić estuprar, violar изнасиловать våldta ข่มขืน tecavüz etmek hiếp dâm 强奸 ρ μετβ βιάζω [vi'azo] ασκώ σεξουαλική βία violer ρ μεσοπαθ βιάζομαι ['vjazome] επείγομαι se dépêcherêtre pressé/-ée Πρέπει να βιαστούμε. Il faut se dépêcher. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|