| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.895.486.801 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βιαιότητα |
0,01 sec. |
|
|
βιαιότητα brutalità brutalité жестокость brutalidade brutality brutalidad Brutalität وحشية brutalność бруталност brutalitet 만행 brutalitet
ουσ θ βιαιότητα [vie'otita] πράξη βίας violence συζυγικές βιαιότητες des violences conjugales Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|