| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.407.111 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βιασύνη |
0,02 sec. |
|
βιασύνη hurry, haste, impetuosity, rush hâte, empressement, précipitation استعجال, اندفاع spěch hast, hastværk Eile prisa kiire, ryntäys žurba fretta 大急ぎ, 突進 골풀, 서두름 haast, heftige beweging hastverk oczeret, pośpiech junco, pressa спешка brådska ความเร่งรีบ, พืชจำพวกกกชนิดหนึ่ง acele, telaş sự vội vã, sự vội vàng 匆促, 匆忙 ουσ θ βιασύνη [vja'sini] αίσθηση έλλειψης χρόνου hâte; précipitation Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|