| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.827.240 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βιολογικός |
0,01 sec. |
|
βιολογικός biological, organic biologique بيولوجي biologický biologisk biologisch biológico biologinen biološki biologico 生物学の 생물학의 biologisch biologisk biologiczny biológico биологический biologisk ทางชีววิทยา biyolojik thuộc sinh vật học 生物学的 επίθ α / θ / ουδ βιολογικός, βιολογική, βιολογικό [violoʝi'kos, violoɣi'ci, violoɣi'ko] 1 σχετικός με τους ζωντανούς οργανισμούς biologique οι βιολογικές ανάγκες les besoins biologiques 2 δηλώνει τη μη χρήση χημικών biologique βιολογικά προϊόντα des produits biologiques βιολογική καλλιέργεια une culture biologique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|