| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.080.937 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βιομηχανικός |
0,05 sec. |
|
βιομηχανικός industrial صناعى průmyslový industriel industriell industrial teollisuus- industriel industrijski industriale 産業の 산업의 industrieel industriell przemysłowy industrial промышленный industriell เกี่ยวกับอุตสาหกรรม endüstriyel thuộc công nghiệp 工业的 επίθ α / θ / ουδ βιομηχανικός, βιομηχανική, βιομηχανικό [viomixani'kos, vjomixani'ci, vjomixani'ko] σχετικός με τη βιομηχανία industriel/-ielle βιομηχανικό προϊόν un produit industriel η βιομηχανική παραγωγή la production industrielle Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|