Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.895.527.879 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βιοτικό επίπεδο

0,01 sec.
βιοτικό επίπεδο مستوى المعيشة
βιοτικό επίπεδο životní úroveň
βιοτικό επίπεδο levestandard
βιοτικό επίπεδο Lebensstandard
βιοτικό επίπεδο standard of living
βιοτικό επίπεδο nivel de vida
βιοτικό επίπεδο elintaso
βιοτικό επίπεδο niveau de vie
βιοτικό επίπεδο standard življenja
βιοτικό επίπεδο tenore di vita
βιοτικό επίπεδο 生活水準
βιοτικό επίπεδο 생활수준
βιοτικό επίπεδο levensstandaard
βιοτικό επίπεδο levestandard
βιοτικό επίπεδο stopa życiowa
βιοτικό επίπεδο padrão de vida
βιοτικό επίπεδο уровень жизни
βιοτικό επίπεδο levnadsstandard
βιοτικό επίπεδο มาตรฐานการครองชีพ
βιοτικό επίπεδο yaşam standardı
βιοτικό επίπεδο mức sống
βιοτικό επίπεδο 生活标准


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.