| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.038.182 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βλάβη |
0,02 sec. |
|
βλάβη damage, harm, injury, breakdown panne, dommage تَعَطٌل, ضرر porucha, újma sammenbrud, skade Schaden, Zusammenbruch avería, daño romahdus, vaurio raspad, šteta avaria, danno 損傷, 故障 고장, 손상 panne, schade sammenbrudd, skade szkoda, załamanie dano, falha поломка, ущерб motorstopp, skada ความเสียหาย, มีการเปลี่ยนแปลงทางสารเคมี arıza, zarar sự hỏng hóc, thiệt hại 崩溃, 损害 ουσ θ βλάβη ['vlavi] ζημιά, πρόβλημα λειτουργίας panne παθαίνω βλάβη tomber en panne επιδιόρθωση βλάβης réparation d'une panne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|