| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.697.394 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βλάπτω |
0,02 sec. |
|
βλάπτω harm, damage, hurt, mar endommager, nuire يَضُر poškodit, ublížit skade beschädigen, schaden dañar, hacer daño vahingoittaa oštetiti, ozlijediti danneggiare 害する, 損傷する 손상하다, 해치다 beschadigen, kwaad doen skade uszkodzić, zaszkodzić danificar, prejudicar вредить, наносить ущерб skada การทำร้าย, ทำอันตราย zarar vermek làm hại, làm hư hại 伤害, 损害 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|