| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.896.266.281 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
βλέπω |
0,01 sec. |
|
|
βλέπω veure se sehen see, witness, watch ver nähdä voir lát lihat sjá vedere zien se patrzeć, widzieć, zobaczyć enxergar, presenciar, ver vedea видеть, увидеть se, skåda, skönja, titta görmek бачити يرى uvidět vidjeti 見る ...을 보다 เห็น nhìn thấy 看见
ρ μετβ βλέπω ['vlepo] 1 αντιλαμβάνομαι με την αίσθηση της όρασης voir 3 αντιλαμβάνομαι, κοιτάζω voir 4 συναντάω rencontrer (par hasard) 5 καταλαβαίνω connaître Tώρα βλέπω τι γίνεται. J'y vois mieux maintenant. 8 εξετάζω étudier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|