Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.163.792 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

βλεφαρίζω

0,02 sec.
βλεφαρίζω blink
βλεφαρίζω يُومِض
βλεφαρίζω mrknout
βλεφαρίζω blinke
βλεφαρίζω blinzeln
βλεφαρίζω parpadear
βλεφαρίζω räpäyttää
βλεφαρίζω cligner
βλεφαρίζω trepnuti
βλεφαρίζω battere le palpebre
βλεφαρίζω まばたきする
βλεφαρίζω 눈을 깜박이다
βλεφαρίζω knipperen
βλεφαρίζω blunke
βλεφαρίζω mrugnąć
βλεφαρίζω piscar
βλεφαρίζω мигать
βλεφαρίζω blinka
βλεφαρίζω กระพริบตา
βλεφαρίζω gözlerini kırpmak
βλεφαρίζω chớp mắt
βλεφαρίζω 眨眼


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.