| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.163.792 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βλεφαρίζω |
0,02 sec. |
|
βλεφαρίζω blink βλεφαρίζω يُومِض βλεφαρίζω mrknout βλεφαρίζω blinke βλεφαρίζω blinzeln βλεφαρίζω parpadear βλεφαρίζω räpäyttää βλεφαρίζω cligner βλεφαρίζω trepnuti βλεφαρίζω battere le palpebre βλεφαρίζω まばたきする βλεφαρίζω 눈을 깜박이다 βλεφαρίζω knipperen βλεφαρίζω blunke βλεφαρίζω mrugnąć βλεφαρίζω piscar βλεφαρίζω мигать βλεφαρίζω blinka βλεφαρίζω กระพริบตา βλεφαρίζω gözlerini kırpmak βλεφαρίζω chớp mắt βλεφαρίζω 眨眼 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|