| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.102.462 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βοήθεια |
0,02 sec. |
|
βοήθεια Hilfe, Hilfeleistung help, aid, support, assistance aide, secours, au secours, assistance segítség aiuto, assistenza auxilium hulp, assistentie pomoc помощь hjälp, hjälpmedel yardım ajuda, assistência, auxílio عون, مساعدة pomoc hjælp asistencia, ayuda apu pomoć 援助 도움, 원조 assistanse, bistand, hjelp ความช่วยเหลือ sự giúp đỡ, sự hỗ trợ, sự viện trợ 协助, 帮助, 援助 ουσ θ βοήθεια [vo'iθia] 1 φροντίδα attention χρειάζομαι βοήθεια avoir besoin d' aide αφήνω κπ χωρίς βοήθεια laisser qqn sans assistance 2 υποστήριξη soutien; appui τεχνική βοήθεια une assistance technique 3 διευκόλυνση σε επείγουσα κατάσταση secours καλώφωνάζω σε βοήθεια appeler/crier au secours πρώτες βοήθειες η άμεση φροντίδα σε περίπτωση ατυχήματος ή κρίσης premiers secours επιφών βοήθεια Βοήθεια! κραυγή σε περίπτωση κινδύνου Au secours ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|