| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.853.519 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βογκητό |
0,01 sec. |
|
βογκητό ουσ ουδ βογκητό [voŋɟi'to] βαρύς στεναγμός gémissement βογγητά πόνου des gémissements de douleur βγάζω βογγητά pousser des gémissements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|