| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.517.779 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βοηθητικός |
0,02 sec. |
|
βοηθητικός ancillary, auxiliary επίθ α / θ / ουδ βοηθητικός, βοηθητική, βοηθητικό [voiθiti'kos, voiθiti'ci, voiθiti'ko] που παρέχει βοήθεια ή δεν έχει πρωτεύοντα ρόλο auxiliairesubsidiaire βοηθητικό προσωπικό un personnel auxiliaire βοηθητικά ρήματα που σχηματίζουν επιπλέον χρόνους verbes auxiliaires τα βοηθητικά ρήματα 'είμαι' και 'έχω' les verbes auxiliaires 'être' et 'avoir' Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|