| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.479.902 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
βοηθός δασκάλου |
0,01 sec. |
|
βοηθός δασκάλου مساعد المدرس βοηθός δασκάλου třídní asistent βοηθός δασκάλου hjælpelærer βοηθός δασκάλου Assistenzlehrkraft βοηθός δασκάλου classroom assistant, teacher’s aide βοηθός δασκάλου maestro auxiliar, profesor auxiliar βοηθός δασκάλου koulunkäyntiavustaja βοηθός δασκάλου assistant scolaire βοηθός δασκάλου pomoćnik učitelja βοηθός δασκάλου assistente di classe βοηθός δασκάλου 教室助手 βοηθός δασκάλου 보조 교사 βοηθός δασκάλου hulponderwijzer βοηθός δασκάλου hjelpelærer βοηθός δασκάλου asystent nauczyciela βοηθός δασκάλου assistente de sala de aula βοηθός δασκάλου лаборант βοηθός δασκάλου lärarassistent βοηθός δασκάλου ครูผู้ช่วยในห้องเรียน βοηθός δασκάλου yardımcı öğretmen βοηθός δασκάλου trợ giảng βοηθός δασκάλου 课堂助教 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|